Από το Βυζάντιο στη γέννηση της νεοελληνικής ταυτότητας

 

26/12/2020

Γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης, Ιστορικός – ΠΜΣ Σύγχρονη Ελληνική & Ευρωπαϊκή Ιστορία, Πανεπιστήμιο Κρήτης

 

Το πέρασμα από τον 14ο στον 15ο αιώνα σηματοδοτεί η σταθερά εντεινόμενη υπαρξιακή αγωνία του βυζαντινού κόσμου. Η οθωμανική δύναμη βρίσκεται σε διαρκή άνοδο, ακόμα και οι πρόσκαιρες κάμψεις της δεν αλλάζουν σημαντικά την πορεία των πραγμάτων. Μέσα σε αυτό το σκηνικό οι αντιλήψεις που διαμορφώνονται και διατυπώνονται για την «πατρίδα» και το «γένος» συνδέονται με την αντιμετώπιση των αδιεξόδων του βυζαντινού κόσμου. Το ελληνικό συναίσθημα είναι περίπου κοινός τόπος ήδη σε όλα τα πρόσωπα με πολιτική ή παιδευτική επιρροή. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει και ότι αυτή η «ελληνικότητα» γίνεται αντιληπτή από όλους με τους ίδιους όρους. 

Ξεχωρίζουν δύο κυρίαρχες αντιλήψεις, μία που φανερώνει κοσμική και μία που δηλώνει την θρησκειοκεντρική προσέγγιση, για την οποία το συλλογικό δεν έχει τίποτα να κάνει με την αντίληψη μιας οργανωμένης πληθυσμιακής κοινότητας μέσα σε μια ορισμένη επικράτεια. Η Κωνσταντινούπολη κυριαρχεί ως η πατρίδα-κέντρο χωρίς συγκεκριμένη επικράτεια, πρωτεύουσα μιας υπερβατικής κοινότητας που αναγνωρίζει τον εαυτό της μόνο

Μανουήλ Β’Παλαιολόγος 

στην πίστη του Χριστού και της εκκλησίας του, ένα κέντρο για όλους τους ορθοδόξους. Το γένος είναι αποκλειστικά μια πνευματική συλλογικότητα, όπου η θρησκευτικότητα δεν έχει τη διάσταση που εμείς στις νεωτερικές κοινωνίες έχουμε γνωρίσει, είναι ένα συνολικό πλαίσιο ύπαρξης μέσα στο οποίο τοποθετείται ο άνθρωπος και εκτός αυτού δεν μπορεί να νοηθεί. Ο όρος “ελληνικόν» είναι παρόν, αλλά μόνο για να ταυτιστεί με το ορθόδοξο, οι Βυζαντινοί είναι Έλληνες επειδή ανήκουν στην κοινότητα της Ορθοδοξίας.

Στον αντίποδα βρίσκεται η στάση που εκφράζεται και εκπροσωπείται από όσους αντιλαμβάνονται την πατρίδα ως μια απτή επικράτεια, όπου κατοικεί ένας πληθυσμός με συγκεκριμένη πολιτική και πολιτισμική ταυτότητα. Ο Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος (1350-1425) είναι ο κατεξοχήν εκφραστής της αντίληψης αυτής στον χώρο της πολιτικής εξουσίας. Η ουσία των απόψεών του συμπυκνώνεται σε δύο λόγους του, προς Θεσσαλονικείς και προς Πελοποννησίους, όπου εκφράζει ανάγλυφα την ανάγκη αναμόρφωσης του κράτους και συγχρονισμού με τους όρους της εποχής, για συγκρότηση ενός κράτους που η σύλληψή του παραπέμπει περισσότερο σε νεωτερικά παρά σε μεσαιωνικά πλαίσια. Αντιπαθούσε σφοδρά το Ισλάμ, αντιμετώπιζε τους δυτικούς ως φυσικούς συνομιλητές και δυνάμει συμμάχους, ήθελε την Εκκλησία έξω από τη σφαίρα διαμόρφωσης της πολιτικής.

Πλήθων

Ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων (1355-1452) υπήρξε αντίστοιχα ο πιο χαρακτηριστικός και προβεβλημένος εκπρόσωπος αυτών των ιδεών στον χώρο της παιδείας. Σπουδαίος λόγιος, με μεγάλη βαρύτητα και επιρροή όχι μόνο εντός αλλά και εκτός του βυζαντινού κόσμου, προβάλλει ως η ωριμότερη έκφραση ενός ελληνικού πρωτο-εθνικιστικού συναισθήματος, το οποίο όμως φαίνεται καθαρά ότι προκύπτει από την υπαρξιακή αγωνία που βιώνει ο κόσμος της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή ό,τι έχει μείνει ακόμα όρθιο από αυτόν. Παραμένει πάντα διανοούμενος, ο λόγος του όμως διατηρείται σταθερά πολιτικός. Συμφωνεί ότι οι δυτικοί είναι οι φυσικοί συνομιλητές και συνεργάτες του Βυζαντίου, αλλά δεν ελπίζει σε σωτηρία βασισμένη σε ξένη βοήθεια. Το Βυζάντιο πρέπει να ανασυνταχθεί, πιθανότατα σε μια βάση πολύ πιο συμπαγή και σταθερή από την ευάλωτη Κωνσταντινούπολη, και να επιβιώσει αξιοποιώντας στο έπακρο τις δικές του δυνάμεις, μόνο σε αυτές μπορεί να στηρίζεται. Μέγας και μόνος ουσιαστικά κίνδυνος γι’ αυτόν είναι οι Οθωμανοί, απέναντι σε αυτούς πρέπει να συστρατευθούν και να στραφούν όλες οι εθνικές δυνάμεις και δυνατότητες.

Σε αυτή την κοσμική σύλληψη θεώρηση, το ρωμαϊκό-βυζαντινό γένος προέκυψε από τη συνάντηση των δύο ενδοξότερων που προηγήθηκαν, Ελλήνων και Ρωμαίων. «Γενοίν εξ αμφοίν», δηλαδή από δύο γένη καταγόμαστε, αυτό συνοψίζει την άποψη, ενώ την ίδια περίοδο κάνει την εμφάνισή του και ο ταυτοτικός όρος «Ρωμαιοέλληνες». Πολιτισμικά, αλλά απώτερα και καταγωγικά το βυζαντινό γένος είναι ελληνικό, «Έλληνες εσμέν το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί», η επικράτηση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας συνολικά είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας της συνέχειας.

Από καθαρά πολιτική σκοπιά -γιατί είναι πρωτίστως πολιτικό θέμα η συλλογική ταυτότητα- οι ιδέες αυτές σημαίνουν ότι υφίσταται η ανάγκη για ένα θεσμικά και δομικά λειτουργικό, κοσμικό κράτος, με ισχυρή οικονομία που θα βασίζεται σε ένα οιονεί εθνικό νόμισμα και θα προστατεύεται από έναν οιονεί εθνικό στρατό. Βρισκόμαστε, λοιπόν, στον ιδεολογικό και πολιτικό προθάλαμο της διαδικασίας σχηματισμού ενός πρωτο-εθνικού κράτους, μια διαδικασία αντίστοιχη αυτής την οποία διέρχονται σε διάφορες χρονικές φάσεις, άλλα λίγο πρωτύτερα, αλλά λίγο αργότερα, και τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Το πώς θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί αυτό το συναίσθημα και η πολιτική αντίληψη που έφερνε μαζί του, δεν το μάθαμε ποτέ λόγω της εξέλιξης των πραγμάτων. Οι δυναμικές που διαμορφώθηκαν, όμως, μέσα σε αυτά τα χρόνια του ύστερου Βυζαντίου μένουν ως μάρτυρες μιας ιδεολογικής ζωτικότητας, που όσο κι αν αρχικά θάφτηκε κάτω από τον κονιορτό της μεγάλης Άλωσης, στη συνέχεια διαμόρφωσε τα κύρια ρεύματα που έπλασαν την ταυτότητα του νέου Ελληνισμού.

Στο πλαίσιο που περιγράψαμε παραπάνω, δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ούτε ότι αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης ξεκινά ένας κύκλος πολλών μικρότερων και μεγαλύτερων κινημάτων με καθαρά ταυτοτικό υπόβαθρο. Κυρίαρχος ο εθνικός (με την έννοια της πολιτικά και πολιτισμικά διαφοροποιημένης ταυτότητας) και θρησκευτικός χαρακτήρας αυτών των κινήσεων, αναδεικνύεται σε καμβά πάνω στον οποίο εκφράζεται η αντίθεση των Ρωμαίων/Ρωμηών-Ελλήνων-Γραικών, πληθυσμών που συχνά συνδυάζουν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη με την ελληνική γλώσσα, όχι όμως πάντα καθώς αποτελούν τον κορμό πάνω στον οποίο συμφύονται μια σειρά από τοπικές ταυτότητες, με γλωσσικές αλλά ακόμα και θρησκευτικές ενίοτε αποκλίσεις. Κοινό όμως σε κάθε περίπτωση στοιχείο είναι ότι όλοι αυτοί οι πληθυσμοί και τα πρόσωπα αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως γέννημα και προέκταση του ανατολικού ρωμαϊκού κόσμου που έχει δύσει.

Ούτε είναι ασφαλώς τυχαίο ότι περιοχές με έντονη σύνδεση με το βυζαντινό κέντρο αλλά και με ιδιαίτερα δημογραφικά και γεωφυσικά χαρακτηριστικά, όπως η Πελοπόννησος και η Ήπειρος αναδεικνύονται άμεσα σε επίκεντρα της αντίστασης κατά των Οθωμανών. Η Λακωνία, όπου βρισκόταν το πνευματικό κάστρο του Μυστρά και έσφυζε η ελληνική συνείδηση γίνεται η σταθερή βάση εφόρμησης των περισσότερων εθνικοαπελευθερωτικών προσπαθειών. Σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας αυτές οι σταθερές γραμμές άμυνας του Ελληνισμού θα παραμείνουν ζωντανές διατηρώντας ζωηρή τη φλόγα της ελευθερίας ακόμα και μέσα στο πυκνότερο σκοτάδι.

Ειδικότερη Βιβλιογραφία

 

  • Herrin, Judith & Saint-Guillain, Guillaume, Identities and Allegiances in the Eastern Mediterranean after 1204, Ashgate, Farnham (UK) – Burlington (VT-USA), 2011
  • Kaldellis, Anthony, Hellenism in Byzantium: The Transformations of Greek Identity and the Reception of the Classical Tradition (Greek Culture in the Roman World), Cambridge University Press, Cambridge, 2007
  • Κιουσοπούλου, Τόνια, Βασιλεύς ή Οικονόμος – Πολιτική Εξουσία και Ιδεολογία πριν την Άλωση, Πόλις, 2007
  • Koder, Johannes, Byzantium as seen by itself, Proceedings of 22nd International Congress of Byzantine Studies, 2011, pp 69-81
  • Kountoura-Galaki, Eleonora & Koutrakou, Nike, Locals VS “Foreigners”: criteria for the formation of local identities in late Byzantium – An approach to Modern Graecitas through late Byzantine writers, 4th EENS Congr., v.5, pp107-
  • Λινάρδος, Νικόλαος, Η θρησκευτική και εθνική ταυτότητα του Γεωργίου Γεμιστού-Πλήθωνος: ένα παράδειγμα μεταβαλλόμενων ταυτοτήτων στον ελληνικό κόσμο, ΕΕΝΣ, Ε’ Συνέδριο (Θεσσαλονίκη 2-5 Οκτωβρίου 2014), Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, 2015, τ.5, σσ 127-139
  • Malatras, Christos, The making of an ethnic group: the Romaioi in the 12th-13th c., 4th EENS Congr., v.C, pp 419-
  • Necipoglu, Nevra, Byzantium between the Ottomans and the Latins, Cambridge University Press, Cambridge, 2009
  • Page, Gill, Being Byzantine: Greek Identity before the Ottomans, Cambridge University Press, Cambridge, 2008
  • Stouraitis, Ioannis, Roman Identity in Byzantium: a critical approach, Byzantinisches Zeitschrift, v.107, is.1, (2014), pp 175-220.

 

Δείτε το βίντεο που περιγράφει τις πρώτες αντιδράσεις του Μεσαιωνικού Ελληνισμού στην Οθωμανική κυριαρχία.