Η έννοια της ελευθερίας, μέσα από την Ναυμαχία της Σαλαμίνος. Διακύβευμα και κληρονομιά.

Γράφει ο Μιχάλης Κατσικαρέλης*



 

 

 

 

 

 

 

Δυόμιση χιλιάδες χρόνοι και ακόμα ένας, πέρασαν από την Ναυμαχία της Σαλαμίνας που έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 480 π.Χ, κατά την οποία οι Έλληνες, με μικρές δυνάμεις αλλά με άριστη τακτική και στρατηγική, κατατρόπωσαν τον περσικό στόλο, βυθίζοντας στην θάλασσα για πάντα, το όνειρο της κατάκτησης των ελληνικών πόλεων και αλλάζοντας την πορεία της ίδιας της ανθρωπότητας.
Θα αναφερθώ στην έννοια της ελευθερίας όπως την βίωναν οι αρχαίοι Έλληνες, μιας έννοιας στενά συνδεδεμένης με την ενεργή συμμετοχή όλων των ελεύθερων πολιτών, στην άσκηση της συνολικής εξουσίας, οι οποίοι αγωνίστηκαν στους περσικούς πολέμους και συγκεκριμένα στην Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Πώς όμως παρουσιάζεται η έννοια αυτή της ελευθερίας, και πιο πολύ της πολιτικής ελευθερίας, μέσα από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ιστοριογράφων, αλλά και φιλοσόφων, όπως ο Ηρόδοτος, ο Αισχύλος, ο Πλούταρχος και ο Αριστοτέλης; Δεν θα επεκταθώ εκτενώς σε θέματα πολιτικής φιλοσοφίας, παρά μόνο σε απλές επεξηγήσεις πολιτικών όρων, που θα επιτρέψουν όμως, την κατανόηση του αξιακού συστήματος της εποχής, αντιπαραβάλλοντας τους Πέρσες και τους Έλληνες αυτής της περιόδου.

Πρωταρχικός μου στόχος, είναι να αναδειχθούν οι λόγοι της αποφασιστικότητας των Ελλήνων, η βούληση των οποίων διατήρησε την ελευθερία τους από τον Πέρση δυνάστη, ένα αγαθό που δεν υφίσταται a priori σε πολλές χώρες ακόμα και σήμερα. Η έλξη του ηρωικού παραδείγματος των Σαλαμινομάχων είναι τέτοιας δυναμικής μέσω της ιστορικής μνήμης από γενιά σε γενιά, που ενέπνευσε σε δύσκολες στιγμές το θάρρος στον Ελληνισμό, όπως διαφαίνεται μέσα από τα γραφόμενα των αγωνιστών του 21. Συγχρόνως επιχειρείται να αναδειχθεί η κληρονομιά της έννοιας «ελευθερία» στον σημερινό Δυτικό στοχασμό, αλλά και η διαχρονική σημασία του ναυτικού των Ελλήνων ως θεματοφύλακα της.
Τι ορίζουμε ως ελευθερία στην Αρχαιότητα;
Η πόλη κατά τον Αριστοτέλη στο έργο του «Πολιτικά», συνίσταται από το πλήθος των πολιτών, οι οποίοι αποτελούν κοινότητα και κατοικώντας σε αυτήν, αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση ενός κοινού σκοπού. Το κυριότερο γνώρισμα του πολίτη, είναι η συμμετοχή στην Αρχή, στην εξουσία δηλαδή του δικαστού, αλλά και ως μέλος της Εκκλησίας του λαού, δηλαδή των συνελεύσεων του. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι αναγκαίο να μετέχουν από κοινού όλοι οι πολίτες, σε όλα τα πράγματα, τα οποία ανήκουν στην πόλη, διότι η πολιτεία αυτή καθ’αυτήν είναι ένα είδος κοινής συμμετοχής. Ο τόπος δηλαδή, ο οποίος ανήκει σε μια πόλη, είναι ένας και κοινός για όλους τους πολίτες. Στο πολίτευμα που ο πολίτης μπορούσε κατά την αρχαιότητα να συμμετέχει στα κοινά ως οργανωμένο πολιτικό σώμα, αλλά και σε τακτικές συνελεύσεις προς λήψη αποφάσεων, ήταν η Δημοκρατία. Μέσα στην δημοκρατία, υπήρχε η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ισότητα μεταξύ των πολιτών, αλλά και η ελευθερία, η δυνατότητα δηλαδή να μετέχει κανείς εξίσου στις πολιτικές αρχές και στα πολιτικά αξιώματα, ενώ η δυνατότητα αυτών να υπαγορεύεται από το νόμο. Μια ακόμα διάσταση της ελευθερίας, βασικής στο πολίτευμα της δημοκρατίας, είναι να ζει κανείς όπως θέλει, σε αντιδιαστολή με το γνώρισμα του δούλου που δεν ζει όπως θέλει. Συνοψίζοντας: Η ύπαρξη και το είδος της ελευθερίας των ατόμων στην αρχαία ελληνική πόλη σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, κρίνονταν με τον τρόπο και το μέτρο της συμμετοχής των ατόμων ως πολιτών, στην μόρφωση του κοινωνικού βίου αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου με τον τρόπο και το μέτρο της ανεξαρτησίας της σκέψεως και της κινήσεως των ατόμων στη κοινωνία. Στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για πολιτική ελευθερία, στην δεύτερη για ατομική ελευθερία.

Σε τι συνθήκες όμως γεννήθηκε η ελευθερία αυτή των Αρχαίων;
Από τον 8ο αιώνα π.Χ και μετά, εμφανίζεται ο πολιτικός οργανισμός πόλις-κράτος στον Αρχαίο Ελληνικό κόσμο, όπου κάθε πόλη αποτελεί μια ξεχωριστή πολιτική οντότητα. Την πόλη αποτελούσαν η Ακρόπολη, το άστυ, ο περιβάλλον κατοικημένος χώρος, οι αγροί της και η πολίτες της. Πρώτιστο και θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πόλης-κράτους στην Αρχαία Ελλάδα, ήταν η τοποθέτηση του ανθρώπου πολίτη στο κέντρο, στον πυρήνα της θεσμικής συγκρότησης. Κυρίαρχα χαρακτηριστικά της αρχαιοελληνικής πόλης ήταν η αυτονομία, η ελευθερία αλλά και η ύπαρξη της συνέλευσης των πολιτών της, η μετέπειτα Εκκλησία του δήμου δηλαδή, όπου θέσπιζε τους δικούς της νόμους και διαμόρφωνε με τον τρόπο αυτό το δικό της πολίτευμα. Γεγονός είναι ότι ασχέτως πολιτεύματος, στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, η ευρύτατη συμμετοχή των πολιτών ήταν η σταθερά επιδιωκόμενη κατάληξη, σύμφωνα με την ιστορικό Αθηνά Παπαχρυσοστόμου στην μελέτη της «Πορεία προς την Αθηναϊκή Δημοκρατία».
Στην Σπάρτη, την πλέον ισχυρή πόλη στον ελληνικό χώρο τον 6ο αιώνα, η εξέλιξη αυτή του πολιτειακού φαινομένου κατέληξε μέσω των νόμων του Λουκούργου, της Ρήτρας Νόμου, όπως αναφέρει ο Ξενοφών στο «Λακεδαιμονίων Πολιτεία», σε μια πολιτειακή ισορροπία ανάμεσα στον βασιλιά και την αριστοκρατία αφενός, και αφ’ετέρου τους πολίτες, τον λαό της Σπάρτης που συμμετείχε στην Απέλλα, λαμβάνοντας διά βοής σοβαρές αποφάσεις για την πόλη. Γεγονός πάντως ήταν ότι οι δικαιοδοσίες του βασιλιά στην Σπάρτη, ελέγχονταν και καθορίζονταν από την πολιτεία και τους νόμους, ούσες περιορισμένες σε στρατιωτικά και θρησκευτικά καθήκοντα. Στην Αθήνα η πολιτειακή εξέλιξη της πόλης-κράτους με μεταρρυθμίσεις που τροχοδρομήθηκαν από τον Σόλωνα, οι οποίες κλιμακώθηκαν και διευρύνθηκαν από τον Κλεισθένη, κατέληξε στην Δημοκρατία, όπου σε όλους τους πολίτες, ακόμα και στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα εξασφαλίστηκαν τα δικαιώματα της ελευθερίας, η πολιτική ισότητα και τα πολιτικά δικαιώματα. Πιο συγκεκριμένα ο Κλεισθένης χώρισε τους Αθηναίους διοικητικά σε 10 φυλές, ενώ κάθε φυλή χωρίζονταν σε δήμους που ήταν η μικρότερη διοικητική μονάδα με σημαντικό θεσμικό ρόλο στην πολιτειακή οργάνωση. Επήλθε έτσι η ισότητα των Αθηναίων πολιτών ως μέλη του δήμου θεσμικά και ουσιαστικά, με βάση τον τόπο κατοικίας και όχι την αριστοκρατική καταγωγή. Χωρίζοντας τους πολίτες σε 4 τάξεις, τους πεντακοσιομέδιμνους, τους ιππείς, τους ζευγίτες και τους θήτες με βάση το εισόδημά τους, περιόρισε την πολιτική εξουσία των πρώτων και αναβάθμισε την προσβασιμότητα των 3 άλλων στα δημόσια αξιώματα. Αν και οι θήτες, που ως πολυπληθέστερη φορολογούμενη τάξη, πρωταγωνίστησαν στην Σαλαμίνα ως κωπηλάτες, δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι αρχικά, απέκτησαν όμως το δικαίωμα της συμμετοχής στο δικαστήριο της Ηλιαίας, αλλά και του εκλέγειν μέσω συμμετοχής στην Εκκλησία του δήμου που εξελίχθηκε σε κυρίαρχο σώμα της δημοκρατίας, ενός σώματος που συνεδρίαζε τακτικά με διοικητικές, νομοθετικές αλλά και δικαστικές εξουσίες.

Κατά πόσο ο νόμος των Αρχαίων προστάτευε;
Η αναγκαιότητα των νόμων, ως συνεκτικού θεσμού της πολιτείας αλλά και ως μέριμνας γα την τήρησή τους, αποτελούσε πρώτιστο μέλημα των αρχαίων Ελλήνων. Η μη τήρησή τους μπορούσε να απολήξει σε διαφθορά του πολιτεύματος, αλλά και των ηθών. Η κυριαρχία των νόμων είναι εξάλλου η ιδεώδης και συνειδητή επιλογή των ελεύθερων πολιτών. Οι νόμοι στους οποίους υπάκουγαν και πειθαρχούσαν, ήταν δικές τους αποφάσεις, συλλογικά παρμένες και συνιστούσαν το πρόσωπο της πολιτείας όπως το βίωναν στην καθημερινότητα τους. Αξιοσημείωτη είναι η απάντηση του εξόριστου Σπαρτιάτη βασιλιά Δημάρατου στον Ξέρξη για την υπακοή των Σπαρτιατών στον νόμο, πριν την μάχη των Θερμοπυλών, όπως αναφέρει ο ιστοριογράφος Ηρόδοτος στο Ιστορίαι:
«…πολεμώντας ένας προς ένα, δεν είναι κατώτεροι από οποιονδήποτε πολεμιστή, πολεμώντας όμως όλοι τους μαζί, είναι οι πιο αντρειωμένοι του κόσμου. Γιατί είναι βέβαια ελεύθεροι, όμως η ελευθερία τους δεν είναι απόλυτη· γιατί πάνω τους, στέκεται δεσπότης ο νόμος, που τον τρέμουν πολύ περισσότερο απ᾽ ό,τι οι δικοί σου εσένα. Εκτελούν λοιπόν ό,τι τους προστάζει αυτός· και τους δίνει πάντοτε την ίδια προσταγή, απαγορεύοντάς τους να υποχωρούν στη μάχη μπροστά σε πλήθος ανθρώπων, όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό, αλλά να μένουν στις γραμμές τους και να ζητούν ή τη νίκη ή τη θανή».
(Ο Περσικός κίνδυνος)
Η θέληση της προάσπισης της ελευθερίας των Ελλήνων και ως τρόπος ζωής, γίνεται καλύτερα αντιληπτή συγκρινόμενη με την αντίληψη για τον κόσμο των Περσών, οι οποίοι ξεπρόβαλλαν στο διεθνές γίγνεσθαι σε ρόλο πρωταγωνιστή τον 6ο αιώνα και έμελλε η τύχη τους να διασταυρωθεί με των Ελλήνων την ίδια εποχή.
Η Περσική αυτοκρατορία ήταν ένα πολυεθνικό κράτος που εκτείνονταν από την Βακτριανή, δηλαδή το σημερινό Τατζικιστάν, ως το Αιγαίο και την Αίγυπτο. Συνδετικό κρίκο αποτελούσαν οι Πέρσες οι οποίοι επέκτειναν συνεχώς, το κράτος τους μέσω κατακτητικών πολέμων ξεκινώντας από τα υψίπεδα του Ιράν. Η πολιτική των Περσών στους υποτελείς λαούς που έδιναν γη και ύδωρ, μια συμβολική πράξη που όμως σήμαινε υποταγή, χαρακτηριζόταν ήπια, υποχρεώνοντας τους να δίνουν ανεκτό φόρο και στρατό. Τους λαούς όμως που αντιστέκονταν, τους εξανδραπόδιζαν. Η επεκτεινόμενη αυτοκρατορία ήταν διαιρεμένη στα τέλη του 6ο αιώνα σε 23 επαρχίες, τις Σατραπείες, όπου η ανθρώπινη ζωή των υπηκόων δεν είχε καμιά αξία, ενώ την ανώτατη εξουσία ασκούσε ο Μεγάλος Βασιλιάς, με την βοήθεια ενός ιερατείου και συγγενικών βασιλικών συμβούλων. O Πέρσης βασιλιάς λάμβανε υπόψη του τα λεγόμενα τους στον βαθμό που εναρμονίζονταν με τις δικές του θέσεις, οι εξουσίες του ήταν απόλυτες και πήγαζαν από τον κυρίαρχο Θεό Αχούρα Μάζντα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις λατρεύονταν ακόμα και ο ίδιος ο Πέρσης βασιλιάς ως τέτοιος, με απόλυτη στρατιωτική, πολιτική και δικαστική εξουσία. Η βασιλεία του ήταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, ισόβια, ελέω θεού και κληρονομική. Σύμφωνα με τον Αμερικανό ιστορικό Albert Olmstead στον σύγγραμμά του «The history of the Persian Empire» μπορούσε να διαβάσει κανείς για τον βασιλιά Ξέρξη σε περιγραφή στα ανάκτορα του, στα Σούσα τα εξής:
«…Μεγάλος Θεός είναι ο Αχούρα Μάζντα που δημιούργησε την γη, που δημιούργησε τον άνθρωπο, που δημιούργησε ειρήνη για τον άνθρωπο, που έκανε τον Ξέρξη βασιλιά, μοναδικό βασιλιά πολλών, μοναδικό αφέντη πολλών…»
ενώ ο ίδιος ο βασιλιάς απεικονίζεται στα ανάκτορα του με τοποθετημένα μεταλλικά θυμιατά μπροστά του. Το κάψιμο του λιβανιού, που προέρχονταν από το φόρο υποτέλειας της Αραβίας, είναι ακόμα μια ένδειξη ότι ο Πέρσης βασιλιάς θεωρούνταν κάτι παραπάνω από ανθρώπινο πλάσμα. Μάλιστα στον τάφο του Πέρση βασιλιά Δαρείου, πατέρα του Ξέρξη, ο θρόνος του φέρεται να συγκρατείται από τους υποτελείς λαούς, με την ανάλογη περιγραφή:
«Αυτές είναι οι χώρες που εξουσίαζα, σε εμένα πλήρωναν φόρο, στις προσταγές μου υπάκουαν· ο δικός μου νόμος τις κυβερνούσε με σταθερότητα».
Η διαφορά Περσών με των Έλληνες επί της εξουσίας, ήταν πασιφανής. Διαβάζουμε στην τραγωδία «Πέρσαι» του Σαλαμινομάχου Αισχύλου, την απάντηση του Χορού στην Άτοσσα, την μητέρα του Ξέρξη, που ρωτά, ποιον έχουν αφέντη τους οι Αθηναίοι που εξουσιάζει το στρατό τους:
«Δούλοι δε λογιούνται ανθρώπου, ουδ᾽ υπήκοοι κανενός».
Ποια όμως ήταν η πρώτη πολεμική εμπλοκή των Ελλήνων με τους Πέρσες;
Με την υποταγή του βασιλείου της Λυδίας υπό τον Κροίσο, οι Πέρσες κατέλαβαν και τις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας στις οποίες όμως κυριαρχούσαν πολιτικές διενέξεις ανάμεσα σε ευγενείς και λαό. Όταν η εκστρατεία του Αρισταγόρα της Μιλήτου στην Νάξο το 499 π.Χ., απέτυχε, ο ίδιος προκάλεσε επανάσταση στις ιωνικές πόλεις της Μ. Ασίας την ίδια χρονιά, δίνοντας τα ίδια πολιτικά δικαιώματα σε όλους, η οποία εξαπλώθηκε από τα Στενά του Ελλησπόντου ως την Κύπρο. Οι Αθηναίοι που αποτελούσαν μητρόπολη της Μιλήτου συνεισέφεραν με 20 τριήρεις ενώ οι Ερετριείς με 5.
Ο Αρισταγόρας μάλιστα όπως μας παραθέτει ο Ηρόδοτος, ζητώντας βοήθεια από τον Κλεομένη, τον βασιλιά της Σπάρτης, του είπε :
«Κλεομένη, ο βιαστικός μου ερχομός μη σε παραξενέψει· γιατί νa ποιά είναι σήμερα η κατάσταση: να ζουν, αντί ελεύθεροι, δούλοι των Ιώνων τα παιδιά. Ντροπή και πόνος ο πιο μεγάλος και για μας τους ίδιους, αλλά και για σας τους άλλους.»
Η ιωνική επανάσταση κατεστάλη το 493 π.Χ. αλλά οι Πέρσες βρήκαν μια καλή αφορμή να επέμβουν δυναμικά στα πράγματα της κυρίως Ελλάδας με πρόσχημα την βοήθεια των Αθηναίων και Ερετριαίων. Οι πραγματικές αιτίες όμως, ήταν η συνεχής επεκτατική πολιτική που τους έδινε νέα εδάφη, φόρους και δούλους, αλλά και οι πιέσεις των εξόριστων από την Ελλάδα όπως ο τύραννος Ιππίας, ο Σπαρτιάτης Δημάρατος όπως και η οικογένεια των εξόριστων Βασιλιάδων της Θεσσαλίας Αλευάδων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Πέρσες είχαν ήδη αποστείλει εξερευνητικές αποστολές από τον Τάραντα ως την Φοινίκη με ανιχνευτικό χαρακτήρα και σκοπό την χαρτογράφηση των Ευρωπαϊκών παραλίων, ενώ ο φιλόδοξος Μαρδόνιος, γαμβρός του Ξέρξη, χαρακτήριζε την Ευρώπη ως ένα χώρο ασυναγώνιστης γονιμότητας και θεωρούσε ζωτικής σημασίας την κατάκτησή της.
Η πρώτη περσική εκστρατεία υπό τον Μαρδόνιο, ξεκίνησε την άνοιξη του 492 π.Χ., επί βασιλείας Δαρείου. Ο Μαρδόνιος κινήθηκε κατά μήκος των ακτών της Μ. Ασίας, με στρατό και στόλο αλληλοϋποστηριζόμενους, περνώντας στην Ευρώπη και υποδουλώνοντας την Μακεδονία και Θράκη. Όμως η εκστρατεία έληξε άδοξα όταν ο στόλος του αποδεκατίστηκε στην χερσόνησο του Άθω από θαλασσοταραχή.
Της δεύτερης περσικής εκστρατείας το 490 π.Χ., προηγήθηκε σειρά διπλωματικών ενεργειών όπου οι Πέρσες ζήτησαν γη και ύδωρ από τις ελεύθερες ελληνικές πόλεις. Η Αθήνα και η Σπάρτη θανάτωσαν τους απεσταλμένους με προτάσεις για μηδισμό, διατρανώνοντας την θέληση τους για αντίσταση. Ο περσικός στόλος αποτελούμενος από 600 πλοία και περίπου 30.000 στρατό φέροντας τον πρώην τύραννο Ιππία για αποκατάσταση, στρατοπέδευσε στον Μαραθώνα, όπου και ηττήθηκε στην συνέχεια από 10.000 Αθηναίους οπλίτες και χίλιους Πλαταιείς υπό τον Αθηναίο στρατηγό Μιλτιάδη. Η ήττα των Περσών στον Μαραθώνα, 11 μόλις χρόνια από τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, κατέδειξε ότι ο Περσικός κίνδυνος μπορούσε να αναχαιτισθεί.
Το 486 π.Χ. ανέλαβε τα ηνία του Περσικού κράτους ο Ξέρξης, ο οποίος αφού κατέστειλε την επανάσταση των Αιγυπτίων, συνέχιζε τις προετοιμασίες κατάκτησης της Ευρώπης, με αρχικό σταθμό την κεντρική και νότια Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό συγκεντρώθηκαν σύμφωνα με τον Ηρόδοτο πάνω από 1,5 εκατομμύριο στρατός ξηράς με τα βοηθητικά τους στρατεύματα αλλά και 1207 τριήρεις, ως πλοία κρούσης, καθώς και 3.000 βοηθητικά πλοία.
Ο Αισχύλος στην τραγωδία Πέρσαι αναφέρει για το πλήθος των Περσών:
«γιατί είναι όλη η δύναμη της Ασίας φευγάτη…. άλλοι μες στα καράβια κι οι αμέτρητοι με τα πόδια πεζοί»
Μετά και από την κατασκευή έργων μεγάλης σημασίας όπως οι γέφυρες στον Ελλήσποντο, αλλά και η διώρυγα στην χερσόνησο του Άθω, ο στρατός του Ξέρξη προχωρούσε σαν οδοστρωτήρας κατά μήκος των ελληνικών παράλιων οδών, ενώ ο στόλος ακολουθούσε παραλιακά ώστε να εξασφαλίζεται ο εφοδιασμός του και για να εμποδίζει τις πιθανές ενέργειες του ελληνικού στόλου. Εκλεκτό μέρος του Περσικού στόλου αποτελούσαν μάλιστα οι Φοίνικες, λαός εμπόρων που είχαν κατανοήσει ότι η ένταξή τους στην περσική αυτοκρατορία, τους προσέδωσε πρωτοφανής διάνοιξη αγορών, με σημαντικά οφέλη καθώς η περσική θαλασσοκρατία στηρίζονταν πάνω τους. Με το στράτευμά του Ξέρξη, ενώνονταν και ο στρατός και πλοία ελληνικών πόλεων που δέχονταν την εξουσία του.
Η αντίσταση στα Τέμπη, των Ελληνικών πόλεων που συμμετείχαν στο Συνέδριο της Κορίνθου το 481 π.Χ δεν καρποφόρησε, και ο στρατός του Ξέρξη αντιμετωπίστηκε στις Θερμοπύλες όπου ο Λεωνίδας έγραψε σελίδες δόξας με την θυσία των τριακοσίων Σπαρτιατών υπακούοντας πιστά στις προσταγές του νόμου, ο οποίος διασφάλιζε την ελευθερία τους. Παράλληλα ο στόλος των Ελλήνων στις Αφέτες της Εύβοιας αναγκάστηκε να υποχωρήσει μετά από αμφίρροπες ναυτικές συγκρούσεις, ενώ το μέγιστο μέρος του στρατού ξηράς των Ελλήνων οχυρώθηκε γύρω από τον Ισθμό.

Υπήρξε κάποιος Έλληνας ικανός να συσπειρώσει τις ελληνικές πόλεις;
Την χρονική στιγμή εκείνη, αναδείχτηκε η μεγάλη ιστορική φυσιογνωμία του Αθηναίου στρατηγού Θεμιστοκλή του Νεοκλέους, που χάρη στην στρατηγική του, οι ελληνικές πόλεις οδηγήθηκαν στην νίκη στην Σαλαμίνα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Πλούταρχο, στο έργο του «Βίοι Παράλληλοι», ο Θεμιστοκλής ήταν ηγέτης της Δημοκρατικής παράταξης στην Αθήνα. Η διορατικότητα του, προετοίμασε την πόλη του, ναυπηγώντας 100 άφρακτες νέες τριήρεις το 483 π.Χ, χωρίς κατάστρωμα δηλαδή όπως μας πληροφορεί ο Θουκιδίδης, προστιθέμενες στις ήδη υπάρχουσες, ακριβώς 3 χρόνια πριν την εκστρατεία του Ξέρξη. Καθώς εξαπλώνονταν η νομισματική οικονομία αλλά και το εμπόριο αναπτύσσονταν, ο Θεμιστοκλής κατανόησε ορθά, ότι είχαν αρχίσει να αλλάζουν οι ισορροπίες δυνάμεων μεταξύ των πόλεων, αφού η Αθήνα αποκτούσε ισχύ στο Αιγαίο. Οι ισορροπίες άλλαξαν και στο εσωτερικό της ίδιας της Αθήνας, λόγω της ισχυροποίησης του δημοκρατικού πολιτεύματος, που προκλήθηκε από την ενίσχυση των προερχόμενων από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα θητών/κωπηλατών, έναντι των οπλιτών. Και ενώ σε οικονομικό επίπεδο είχε ήδη αρχίσει ήδη η έξοδος της πόλεως από την αγροτική οικονομία, και κέρδιζε έδαφος η οικονομία της θάλασσας, αυτόματα αναβαθμίζονταν οι θήτες, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος των πληρωμάτων των τριήρεων, των βασικών πολεμικών πλοίων που προστάτευε την θαλάσσια οικονομία της Αθήνας.
Με την κάθοδο του Ξέρξη προς την Αθήνα, ο Θεμιστοκλής κατάφερε να πείσει τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πόλη τους, ερμηνεύοντας τα ξύλινα τείχη του χρησμού ως πλοία, και να βρουν καταφύγιο στην Τροιζήνα και κυρίως στην Σαλαμίνα όπου τα συμμαχικά πλοία είχαν αγκυροβολήσει εντός των Στενών της. Η έλευση των Αθηναίων στην Σαλαμίνα δεν είναι τυχαία, καθώς αποτελούσε στην ουσία Αθηναϊκό έδαφος που είχε αποκτηθεί μετά τον νικηφόρο πόλεμο με τους Μεγαρείς. Οι Πέρσες κατέστρεψαν την πόλη, ενώ ο στόλος τους που αποτελούνταν πλέον από 600-700 πλοία, αγκυροβόλησε στο Φάληρο.
Στο ελληνικό στρατόπεδο της Σαλαμίνας οι αντιπαραθέσεις ήταν έντονες καθώς οι καρδιές των Ελλήνων αρχηγών λιποψύχησαν μπροστά στον κίνδυνο, με τους περισσότερους, πέρα από τους Αθηναίους, τους Μεγαρείς και τους Αιγινήτες, να θέλουν να υποχωρήσουν κάτω από τον Ισθμό της Κορίνθου. Αν και η Αθήνα διέθετε τις πιο πολλές τριήρεις, 180 με αθηναϊκά πληρώματα συν 20 με Χαλκιδείς, από τις συνολικά 380 ελληνικές λίγο πριν την έναρξη της ναυμαχίας, ο Θεμιστοκλής για χάριν της σωτηρίας της Ελλάδας είχε παραχωρήσει την πρωτοκαθεδρία του στόλου στους Λακεδαιμονίους. Η προσπάθειά του μάλιστα να μείνουν οι Έλληνες εντός των Στενών ενωμένοι παραμερίζοντας τις διαφορές τους, είναι σύμφωνα με τον ιστορικό Πλούταρχο ο σημαντικότερος λόγος που η μνήμη του Θεμιστοκλή θα πρέπει να μην λησμονηθεί στους αιώνες. Παράλληλα δεν δίστασε να συμφιλιωθεί και με πολιτικούς του αντιπάλους όπως ο Αριστείδης ο Δίκαιος, ηγέτης των συντηρητικών της Αθήνας. Τα πειστικά επιχειρήματα στο συμβούλιο των Ελλήνων ελάχιστες ώρες πριν την ναυμαχία, σε συνδυασμό με την υπόμνηση της ναυτικής δύναμης της Αθήνας και τελικά το τέχνασμα του Σίκινου που προκάλεσε τον αποκλεισμό του ελληνικού στόλου στα Στενά, όλα οργανωμένα από την στρατηγική διάνοια του Θεμιστοκλή, συντέλεσαν ώστε η ναυμαχία να διεξαχθεί εντός των Στενών ευνοώντας τους Έλληνες. Αξίζει να αναφερθεί μία από τις απαντήσεις του Θεμιστοκλή στον Ευρυβιάδη, τον Λακεδαιμόνιο αρχηγό του στόλου, που σκέπτονταν σοβαρά να εγκαταλείψει την Σαλαμίνα:
«όσο για σένα αν μείνεις εδώ θα αποδειχτείς ενάρετος άνδρας· Αν φύγεις, θα καταστρέψεις την Ελλάδα. Σε αυτόν τον πόλεμο, όλα εξαρτώνται από τα πλοία»
Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο βασιλιάς Ξέρξης έστησε τον θρόνο του στο όρος Αιγάλεω για να έχει καλύτερη εικόνα της επερχόμενης ναυμαχίας, αλλά και για να είναι σίγουρος ότι οι άνδρες του από φόβο, θα έκαναν το καθήκον τους.
Οι λεπτομέρειες της διεξαγωγής της Ναυμαχίας, είναι εν πολλοίς γνωστές. Σύμφωνα με τον ιστορικό Κωνσταντίνο Ράδο στο πόνημά του «η Ναυμαχία της Σαλαμίνας» λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 28ης Σεπτεμβρίου, οι περσικές τριήρεις κατέλαβαν την νήσο Ψυτάλλεια ενώ προχωρούσαν αργά σε λήψη θέσεων μάχης απέναντι στον αγκυροβολημένο ελληνικό στόλο που εκτίνονταν από την Κυνόσουρα ως το ακρωτήριο Αράπη. Την αυγή της 28ης Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ., ο Θεμιστοκλής μίλησε στα ελληνικά πληρώματα στην ακτή πριν επιβιβαστούν στα πλοία, θέλοντας να τους εμπνεύσει την βούληση να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής τους και να μην μετατραπούν σε δούλους από τους εχθρούς τους, οι οποίοι βρίσκονταν παρατεταγμένοι σε ελάχιστοι απόσταση από εκείνους. Με τον απόπλου του ελληνικού στόλου, οι άμαχοι στην ακτή ζητωκραύγασαν, υπέρ των ελληνικών πληρωμάτων που απέπλεαν για τον υπέρ πάντων αγώνα. Στα τριήρεις αυτές έπαιρναν την θέση τους, σε διπλανά και ελάχιστα ψηλότερα καθίσματα κωπηλατών, πατεράδες, αδελφοί, γιοί και φίλοι όλων των ηλικιών, αφού τα πληρώματα των τριήρεων είχαν κοινή φυλετική καταγωγή. Οι ελληνικές δυνάμεις τραγουδούσαν τον παιάνα καθώς απέπλεαν, που σύμφωνα με τον Αισχύλο «έδινε θάρρος στους συντρόφους, καθώς τους απάλλασσε από τον φόβο των εχθρών», θυμίζοντας ότι μάχονταν για τα ιερά των προγόνων τους και τους αγαπημένους τους:
«Εμπρός, παιδιά των Ελλήνων
ελευθερώστε την πατρίδα, ελευθερώστε τα τέκνα,
τις γυναίκες και των πατρικών θεών τα ιερά και τους τάφους των προγόνων·
για όλα, τώρα είναι ο αγώνας»

Ο παιάνας όπως και οι λόγοι εξύψωσης του ηθικού, αποτελούσαν μέρος των ψυχολογικών επιχειρήσεων που εκτέλεσαν οι Έλληνες, προκειμένου να αποδείξουν στον αντίπαλό τους ότι αποτελούν ένα ενιαίο μαχητικό σύνολο που θα αγωνίζονταν με σθένος.
Οι Αθηναίοι, που αποτέλεσαν το αριστερό πλευρό της ελληνικής παράταξης απέναντι ακριβώς από τους Φοίνικες, εκμεταλλεύτηκαν τις πρωινές ώρες αριστοτεχνικά τον βόρειο εποχικό άνεμο της περιοχής, που δημιουργούσε ένα κυματισμό ο οποίος προκαλούσε ένα συνεχή διατοιχισμό στα πλαϊνά των περσικών τριήρεων. Σε συνδυασμό με την χρήση του περίφημου ελιγμού διέκπλου μετ’αναστροφής, οι Αθηναίοι έτρεψαν σε λίγες ώρες σε φυγή προς το Φάληρο, το περσικό δεξιό που αποτελούσαν τα φοινικικά πλοία, προκαλώντας την σύγχυση στην εχθρική παράταξη. Ενώ λοιπόν, οι υπόλοιπες συμμαχικές ελληνικές πόλεις όπως οι Κορίνθιοι, οι Μεγαρείς, οι Αιγινήτες και οι Λακεδαιμόνιοι συγκρατούσαν το περσικό αριστερό, οι Αθηναίοι πέτυχαν την διάρρηξη και την υπερφαλάγγιση του σχηματισμού των Φοινίκων που θεωρούνταν το πιο νομοταγές και πιο αξιόμαχο τμήμα του στόλου των Περσών. Συμπαρέσυραν έτσι, όλη την περσική παράταξη εξωθώντας την προς την έξοδο των Στενών. Η αταξία των Περσών ήταν τεράστια, καθώς εγκατέλειπαν το πεδίο της Ναυμαχίας, ενώ το ψυχολογικό σοκ από τα φίλια πλοία τους που εμβολίζονταν, αναποδογύριζαν και παρέμενα ως μισοβυθισμένα πλέον, καταρράκωνε το ηθικό τους και μεγάλωνε τις απώλειές τους καθώς υποχωρούσαν. Η Ψυτάλλεια ανακαταλήφθηκε λίγες ώρες μετά από τον Αριστείδη, που σύμφωνα με τον Αισχύλο ηγήθηκε μιας αμφίβιας δύναμης Αθηναίων οπλιτών με χάλκινες αρματωσιές. Οι τελευταίες συγκρούσεις των ελληνικών πλοίων με απομονωμένα περσικά ολοκληρώθηκαν μέχρι την Δύση του ήλιου.
Ποιες ήταν οι απώλειες των Περσών;

Οι μεγάλες απώλειες των Περσών αντικατοπτρίζουν και την αποφασιστικότητα των εμπλεκομένων. Η ναυμαχία στη Σαλαμίνα επέφερε, σύμφωνα με τον ιστορικό Διόδωρο Σικελιώτη, ολοσχερή καταστροφή τουλάχιστον 200 πλοίων των Περσών, έναντι 40 των Ελλήνων, χωρίς να αναφέρονται οι απώλειες από αιχμαλωσία ή οι πληγωμένοι. Ο Πλούταρχος, ο Αισχύλος και ο Ηρόδοτος δεν αναφέρουν ακριβή αριθμό απωλειών για τα δύο μέρη, αλλά αφήνουν υπόνοιες για ένα μεγάλο αριθμό ναυαγών από λαούς που δεν είχαν ναυτική παιδεία, όπως οι Πέρσες, οι Σάκες και οι Μήδοι, αλλά και νεκρών από την υπερφόρτωση των περσικών πλοίων. Η άριστη γνώση κολύμβησης από τα ελληνικά πληρώματα πάντως, εξασφάλισε την επιβίωσή των ναυαγών τους.

Ποια ήταν τα επακόλουθα της ναυμαχίας;
Η αποφασιστική αυτή ναυμαχία, κλόνισε την Περσική ηγεσία και οδήγησε τον Ξέρξη με μεγάλο μέρος του στρατού του αλλά και τον εναπομείναντα στόλο του πίσω στην Ασία, αφού δεν ήταν επαρκής για να κρατήσει ασφαλείς τις περσικές θαλάσσιες επικοινωνίες. Εν συνεχεία, με τις νίκες των Ελλήνων υπό τον Λακεδαιμόνιο στρατηγό Παυσανία στις Πλαταιές, αλλά και την μάχη της Μυκάλης, αμφότερες τον Αύγουστο του 479 π.Χ., εξασφάλισαν την Ελληνική ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο, απελευθερώνοντας και την ελληνική Μ. Ασία.
Χαρακτηριστική είναι δε, η απάντηση των Αθηναίων στις προτροπές του απεσταλμένου του Μαρδόνιου για υποταγή, όπως παρατίθεται στον Ηρόδοτο, ελάχιστο διάστημα πριν την μάχη των Πλαταιών:
«Γνωρίζουμε τόσο καλά όσο εσύ ότι η δύναμη των Μήδων είναι πολύ ανώτερη από την δική μας. Ωστόσο τρέφουμε τόση αγάπη για την ελευθερία, ώστε θα την υπερασπιστούμε με όποιο τρόπο μπορούμε…Πες λοιπόν στον Μαρδόνιο, ότι όσο ο ήλιος ακολουθεί την ίδια πορεία στον ουρανό, εμείς οι Αθηναίοι δεν θα συμμαχήσουμε με τον Ξέρξη».
Σύμφωνα με τον αμερικανό ιστορικό Hanson εξάλλου, αυτοί που ψηφίζουν υπέρ του πολέμου, αναλαμβάνουν και την υποχρέωση να τον διεξάγουν. Στους απεσταλμένους των Λακεδαιμονίων που για μια στιγμή, φοβήθηκαν για την στάση των Αθηναίων μην μηδίσουν, εκείνοι απάντησαν με πλήρη συναίσθηση των κοινών πολιτισμικών χαρακτηριστικών τους και με πνεύμα ενότητας:
«Δεν υπάρχει τόσο χρυσάφι στον κόσμο, ούτε τόσο πανέμορφη γη που θα δεχόμαστε ποτέ σε αντάλλαγμα, για να ενωθούμε με τον κοινό μας εχθρό και να υποδουλώσουμε την Ελλάδα… Επιπλέον υπάρχει το Ελληνικό Έθνος, η ταυτότητα του αίματος και της γλώσσας, των ναών και της θρησκείας· ο κοινός μας τρόπος ζωής. Η Αθήνα δεν θα μπορούσε να τα προδώσει όλα αυτά.»

Και με το πέρας των περσικών πολέμων τι;
Η μετέπειτα ίδρυση της Δηλιακής συμμαχίας, που μεταβλήθηκε σε Αθηναϊκή συμμαχία, έδωσε πρόσθετη ώθηση στην Αθήνα για την κυριαρχία στο εμπόριο και την ναυτιλία στην Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που συνέχιζε να αναβαθμίζει τα πολιτικά δικαιώματα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων της, ακόμα περισσότερο. Για τον λόγο αυτό η πορεία της Αθηναϊκής δημοκρατίας είναι δυνατό να εξετασθεί και μέσα από την σταδιακή αναβάθμιση της θέσης των θητών. Η Αθήνα απέκτησε στα πλαίσια της ευμάρειας της ναυτικής της αυτοκρατορίας, κυρίως την πεντακονταετία 479-431, τέτοιας έκτασης πολιτισμική ανάπτυξη σε τομείς όπως η φιλοσοφία, οι τέχνες και οι επιστήμες, που ο 5ος αιώνας ονομάστηκε χρυσός αιώνας του Περικλέους, από το όνομα του μεγάλου Αθηναίου χαρισματικού πολιτικού Περικλή.

Σε περίπτωση υποδούλωσης των Ελλήνων όμως, ποιο είδος ελευθερίας θα συνίστατο;
Εύλογα δημιουργείται το ερώτημα, για το ποια θα ήταν η τύχη των ελληνικών πόλεων, εάν στη Σαλαμίνα είχαν επικρατήσει οι Πέρσες. Στην περίπτωση που δεν καταστρέφονταν οι πόλεις τους συθέμελα, ο πολιτισμός τους θα συνέχιζε να υφίσταται παρά την περσική κατοχή, όμως η αναπτυξιακή του πορεία δεν θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα ανοδική. Επιχειρήματα υπέρ της υπόθεσής αυτής μπορούμε να αντλήσουμε από το παράδειγμα των Ιώνων που ήταν υποτελείς των Περσών. Σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Τομ Χόλλαντ στο βιβλίο του «η Περσική φωτιά, η πρώτη παγκόσμια αυτοκρατορία και ο πόλεμος με την Δύση», οι Ίωνες της Μ. Ασίας, μετά την υποδούλωση, στους Λύδιους αρχικά και στους Πέρσες αργότερα, συνέχισαν να αναπτύσσουν τον πολιτισμό τους, ακόμα και στον τομέα της φιλοσοφίας. Οι Ίωνες διατήρησαν μεν τον τρόπο ζωής τους και την θρησκεία τους, καθώς η ανοχή των ηθών των κατακτημένων λαών, ήταν από τα βασικά χαρακτηριστικά της περσικής πολιτικής. Κάτω από τα δεσμά ξένων Βασιλέων όμως, η επιρροή της πόλης τους έφθινε συνεχώς. Ο πολιτισμός τους, λόγω της δυσβάστακτης φορολογίας και της υποχρεωτικής συμμετοχής στις περσικές εκστρατείες, αδυνατούσε να ακολουθήσει τις πολιτισμικές και πολιτειακές αλλαγές που συντελούνταν στην άλλη άκρη του Αιγαίου, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει διαφορετική πορεία.

Σύμφωνα με τον αμερικανό ιστορικό Victor Hanson στο σύγγραμμά του «Σφαγή και Πολιτισμός», οι Έλληνες μαχητές πίστευαν και, ότι ως ελεύθεροι άνθρωποι, είχαν υψηλότερο φρόνημα και ισχυρότερο κίνητρο από τους Πέρσες. Η ελευθερία που απολάμβαναν, η οποία συνδέεται και με τη λατρεία του Ελευθέριου Δία τον οποίο αναφέρει ο Θουκυδίδης, τους καθιστούσε ικανότερους μαχητές από τους Πέρσες. Εξάλλου οι ελληνικές πόλεις-κράτη ήταν κατά το δυνατόν αυτόνομες, ενώ εκείνες που είχαν δημοκρατικό πολίτευμα, παρείχαν στους πολίτες τους ελεύθερη βούληση και τη δυνατότητα χωρίς λογοκρισία να διατυπώνουν πολιτικές και φιλοσοφικές ιδέες, να εκφράζονται καλλιτεχνικά και να αναπτύσσουν τις επιστήμες. Στην περίπτωση ήττας στη Σαλαμίνα, η ελευθερία που απολάμβαναν οι Έλληνες στην μαθηματική έρευνα και τη φυσική παρατήρηση του 6ου και του 5ου αιώνα, δεν θα μπορούσε, σύμφωνα με τον Hanson, να συνεχιστεί, καθώς στην Περσική αυτοκρατορία ανάλογες δραστηριότητες εκτελούνταν κάτω από τον κρατικό έλεγχο και τη θρησκευτική επίκριση.

Η Σαλαμίνα πάντως συνέχισε να εμπνέει γενιές Ελλήνων ανά τους αιώνες. Την χρονιά που διανύουμε άλλωστε, εορτάζεται και η επέτειος των 200 χρόνων από την έναρξη της Επανάστασης του 1821. Υπάρχει σύνδεση και ίσως ταύτιση μεταξύ των δύο επετείων? Το μήνυμα των Σαλαμινομάχων με το τρανό παράδειγμά τους, ενέπνευσε σε πλείστες περιπτώσεις, τους επαναστατημένους ραγιάδες να αγωνιστούν για την απελευθέρωσή τους, ενάντια στους «Περσιανούς», όπως αποκαλούσαν κατά καιρούς τους Οθωμανούς. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, απευθυνόμενος στους Φιλικούς του Αιγαίου στις 8 Οκτωβρίου του 1820, μεταξύ άλλων, ειδοποιούσε ότι η Μεγάλη στιγμή του Γένους έφτανε:
«…Ρίψατε τὰ βλέμματά σας εἰς τὰς θαλάσσας, καὶ θέλετε τὰς ἰδεῖ κατασκεπασμένας ἀπό Θαλασσοπόρους Ὀμογενεῖς, ἐτοίμους νὰ ἀκολουθήσωσι τὸ παράδειγμα τῶν Ἡρώων τῆς Σαλαμῖνος…».
Ένα χρόνο μετά σε επιστολή του, το Κοινό της Ύδρας προτρέπει με ημερομηνία 16 Μαΐου του 1821 τους Σπετσιώτες, εν όψει καθόδου του Οθωμανικού στόλου στο Αιγαίο:
«Τούτη είναι η περίστασις διά να ελευθερώσωμεν την ελληνικήν θάλασσαν από τον βάρβαρον τύραννον, και να ιδή ο κόσμος άλλην μίαν ναυμαχίαν των Ελλήνων, καθώς εστάθη εκείνη των προγόνων μας, εις το στενόν της Σαλαμίνος.»
Μία από τις σημαντικότερες, λοιπόν, παρακαταθήκες της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας στις αξίες του Δυτικού πολιτισμού, είναι η διάσωση της έννοιας της «ελευθερίας». Σύμφωνα με τον Hanson εξάλλου:
«Ένας ελεύθερος άνδρας που έχει υποθηκεύσει την ζωή του στην ελευθερία του, πρέπει και να είναι προετοιμασμένος να διακινδυνεύσει την ζωή του στο πεδίο της μάχης, αν χρειαστεί να εξοφληθεί αυτή η υποθήκη».
Εν κατακλείδι
Τούτων δοθέντων, η Ναυμαχία της Σαλαμίνας θεωρείται ίσως η σημαντικότερη πολεμική σύγκρουση του αρχαίου κόσμου. Διασφαλίζοντας την έννοια της «ελευθερίας» του ισότιμου λόγου, και ενισχύοντας τη Δημοκρατία, έδωσε αφενός το δικαίωμα σε φιλοσόφους, όπως ο Πλάτων, να επικρίνουν ακόμα και το ίδιο το Δημοκρατικό πολίτευμα, αφετέρου έθεσε τις βάσεις για τη «Δυτική παράδοση της Πολιτικής Φιλοσοφίας». Τα αθηναϊκά πληρώματα του Θεμιστοκλή με τις τριήρεις, τα ξύλινα τείχη, αλλά και τα πληρώματα των άλλων συμμαχικών πόλεων, υπερασπίστηκαν τον τρόπο ζωής τους, διατηρώντας την ένδοξη ελληνική ναυτική παράδοση, που ήταν συνέχεια της πρώτης πραγματικά πανελλήνιας ναυτικής επιχείρησης, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη: της εκστρατείας των Ελλήνων στον Τρωικό Πόλεμο. Κληρονόμος της Ναυτικής αυτής Ιστορίας, είναι το Πολεμικό μας Ναυτικό, το οποίο αποτελεί διαχρονικά με την ισχυρή παρουσία του, το φύλακα των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και τον υπερασπιστή των εθνικών μας συμφερόντων, βαδίζοντας στα χνάρια της στρατηγικής του Θεμιστοκλή όπως τη διατύπωσε συνοπτικά σε μια αποστροφή του λόγου του, λίγο πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, και η οποία αναδεικνύει την πεμπτουσία της πορείας και της μοίρας του έθνους μας, ανά τους αιώνες:
«Έχομεν γήν και πατρίδα, όταν έχομεν πλοία εις την Θάλασσαν»

Το κείμενο βασίστηκε σε ομιλία στα για την επετειακή εκδήλωση μνήμης για την Ναυμαχία της Σαλαμίνας στα πλαίσια των εκδηλώσεων «Σαλαμίνια 2021».

Αμπελάκια Σαλαμίνας στις 13 Σεπτεμβρίου 2021,

 

Ο Μιχάλης Κατσικαρέλης γεννήθηκε το 1982 και μεγάλωσε στην Αθήνα Είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου με άριστα και κάτοχος του μεταπτυχιακού Διπλώματος Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου του ιδίου Τμήματος με ειδίκευση στην Νεώτερη και Σύγχρονη Ιστορία. Τα ενδιαφέροντά του κινούνται γύρω από τις ναυτικές τακτικές των πλοίων της Αρχαιότητας αλλά και της περιόδου της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και διαδικτυακό τύπο. Έχει παρακολουθήσει για δύο χρόνια σεμινάρια Παλαιογραφίας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Γνωρίζει άπταιστα αγγλικά, γαλλικά και λίγα ρωσικά. Είναι παντρεμένος και έχει ένα γιο και μια κόρη.

Related Posts